Ο πραγματικός Αη ΒασίληςΠως ήταν; Ας δούμε τι μας λένε οι αρχαίοι συγγραφείς μας. Ηταν πολύ ψηλός και πολύ αδύνατος, είχε σκούρο δέρμα και χλωμό, είχε επίσης κοντά μαλλιά και μακριά μαύρα γενιά που πέρα διέκρινες λευκές τρίχες, είχε μακριά μύτη και τα φρύδια του ήταν τοξοειδή, τα μάτια του ήταν σκούρα και η ματιά του βαθειά και ερευνητική, το μέτωπό του ήταν μεγάλο και ήταν μονίμως ζαρωμένο έμοιαζε δηλαδή με άνθρωπο που συνεχώς σκεπτόταν, είχε προβλήματα με την υγεία του και υπέφερε από το πραγματικά ανυπόφορο κρύο και γενικά βαρύ χειμώνα της Καππαδοκίας.
Ας δούμε όμως πότε και που έζησε και ποιά ήταν η οικογένειά του.
Η οικογένεια του Αη Βασίλη ήταν στ' αλήθεια μια οικογένεια Αγίων, είχε παππού μάρτυρα, τα αδέλφια του Γρηγοριος ήταν επίσκοπος Νύσσης και Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας και ο ίδιος επίσκοπος Καισαρείας, οι αδελφές του ήταν όλες αφιερωμένες στον Θεό, με πρώτη πρώτην την Αγία και σοφή Μακρινα που ήταν αυτή που επηρέασε τον Αη Βασίλη να στραφεί στην χριστιανική πίστη.
Ο Ναυκρατιος ενας άλλος αδελφός του ασκήτευε στην έρημο του πόντου κι πέθανε μόλις 27 χρόνων . Τον Πατέρα του τον έλεγαν και αυτόν Βασίλειο και ήταν ρήτορας δηλαδή δικηγόρος, ενώ την μητέρα του την έλεγαν Εμελεια και ήταν πολύ σοφή και αγία γυναίκα.
Η οικογένεια του Αγίου Βασιλείου είχε 11 παιδιά (5 αγόρια - 6 κορίτσια) και όλοι διακρίθηκαν στου Χριστού την πίστη, ο Αγιος μας γεννήθηκε στην Νεοκαισαρεια το 330μ.Χ. περίπου δηλαδή πριν 1668 χρόνια (όλες οι περιοχές που αναφέρουμε ήταν κάποτε ελληνικές ενώ σήμερα ανήκουν στην επικράτεια της Τουρκίας) σπούδασε στην Αθήνα σε φιλοσοφικές σχολές μαζί με τονφίλο του Αγιο Γρηγόριο τον θεολόγο και πέθανε σε ηλικία 48 ετών τον Δεκέμβριο του 378 μ.Χ κηδεύτηκε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. και κάθε πρωτοχρονιά όπως γνωρίζουμε γιορτάζουμε την μνήμη του.
Ο Αη Βασίλης στα 48 χρόνια που έζησε, έκαμε τόσα πολλά για τους ανθρώπους που η ιστορία τον ονόμασε ΜΕΓΑ όσο ακόμα ζούσε.
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
ΠΟΤΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ????
H μέθοδος που ακολουθούν οι αρνητές των Χριστουγέννων για να αποδείξουν λάθος την ημερομηνία 25 Δεκεμβρίου ως ημερομηνία γεννήσεως του Κυρίου, είναι έμμεση. Επειδή δεν υπάρχουν στοιχεία γι' αυτή, στηρίζονται στη γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου, για τον οποίο η Αγία Γραφή μας λέει ότι γεννήθηκε 6 μήνες πριν από τον Κύριο Ιησού (Λουκάς 1/α΄ 24 - 26).
Εικόνα:enoriaka.gr
Σ' αυτά τα εδάφια, φαίνεται ότι η Παναγία συνέλαβε τον Ιησού 6μήνες μετά τη σύλληψη του Ιωάννη από την Ελισάβετ, συνεπώς αυτή ήταν και η διαφορά ηλικίας τους.
Για να υπολογίσουν την ημερομηνία γεννήσεως του Ιωάννη, χρησιμοποιούν το εδάφιο Λουκάς 1/α΄ 23, 24, όπου αναφέρεται ότι η Ελισάβετ έμεινε έγκυος αμέσως ΄΄μετά τις ημέρες της λειτουργίας΄΄ του ιερέα Ζαχαρία στο Ναό, που ήταν πατέρας του Ιωάννη. Αν λοιπόν βρούμε πότε ήταν οι ημέρες λειτουργίας του Ζαχαρία, μπορούμε να βρούμε τη γέννηση του Ιωάννη, και κατ' επέκτασιν τη γέννηση του Ιησού Χριστού.
Από το Λουκάς 1/α΄ 5, πληροφορούμαστε ότι ο Ζαχαρίας ιεράτευε κατά την ΄΄εφημερία Αβιά΄΄. Αυτή ήταν μία από τις 24 εφημερίες που είχαν οι Ισραηλίτες για τους ιερείς τους.
Τα ονόματα και η σειρά των 24 εφημεριών, φαίνονται στο Α΄ Χρονικών 24/κδ΄ 7 - 18. Εκεί, στο εδάφιο 10, φαίνεται ότι η εφημερία του Αβιά ήταν η 8η. Έτσι, διαιρώντας τους 12 μήνες του χρόνου με το 24, βγαίνουν 15 ημέρες για κάθε εφημερία. Η εφημερία του Αβιά λοιπόν, είναι το 8ο δεκαπενθήμερο της κάθε χρονιάς.
Από πότε όμως θα πρέπει να αρχίσουμε να μετράμε; Το Εβραϊκό έτος, δεν άρχιζε τον Ιανουάριο. Αυτό το βλέπουμε στην Έξοδο 12/ιβ΄ 1,2, που λέει για το μήνα Νισσάν ή Αβίβ της Εξόδου του Ισραήλ από την Αίγυπτο: ΄΄Ο μην ούτος θέλει είσθαι εις εσάς αρχή μηνών. Πρώτος των μηνών...΄΄ Έτσι λοιπόν, οι Προτεστάντες για να βρουν την εφημερία Αβιά, λογαριάζουν 8 δεκαπενθήμερα, αρχίζοντας από τα μέσα Μαρτίου, στα οποία αντιστοιχεί η αρχή του μηνός Νισσάν ή Αβίβ.
΄Εχουμε λοιπόν: 15 Μαρτίου + 8 δεκαπενθήμερα = 15 Ιουλίου: Τέλος εφημερίας Αβιά, και αρχή εγκυμοσύνης της Ελισάβετ.
15 Ιουλίου + 6 μήνες = 15 Ιανουαρίου: Εγκυμοσύνη της Παναγίας.
15 Ιανουαρίου + 9 μήνες = 15 Οκτωβρίου περίπου η γέννηση του Ιησού.
ΚΑΛΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ
Οι Καλικάντζαροι
Τις παραμονές των Χριστουγέννων τα έχουν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης είναι έτοιμο να κοπεί και να πέσει. Χαρούμενοι που τα κατάφεραν επιτέλους, οι καλικάντζαροι βγαίνουν επάνω τη γη για να πειράξουν τους ανθρώπους και για να μην σωριαστεί η γη στα κεφάλια τους.
Οι καλικάντζαροι είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από κάθε τρύπα. Φοβούνται πολύ το φως και γι' αυτό τη μέρα κρύβονται. Βγαίνουν όμως από τους κρυψώνες τους τη νύχτα και πειράζουν τους ανθρώπους. Μικρά και ευκίνητα, καθώς είναι, μπαίνουν στα σπίτια απ' όπου βρουν. Από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών.
Η ονομασία Καλικάντζαροι προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος». Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές σαν έβρισκαν την πόρτα του Aδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς.
Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα. Οι άνθρωποι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια κι αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες: ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά για να γλιτώσουν απ' αυτούς έκλειναν πόρτες και παράθυρα. Οι μασκαρεμένοι όμως έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα κι από τις καμινάδες. Κι όλα αυτά για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν κι οι άνθρωποι ησύχαζαν.
Ετσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών. Φεύγουν τότε λέγοντας: «Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του...»
Κι ο άντρας είπε: πεινώ.
Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.
Κι η γυναίκα του έβαλε ψωμί στο τραπέζι.
Κι ο άντρας απόφαγε.
Κι η γυναίκα τον κοίταζε πάντα.
Κι η γυναίκα είπε: είσαι δυνατός, μα δεν σε τρομάζω.
Κι ο άντρας είπε: είσαι όμορφη και όμως φοβάμαι.
Κι ο άντρας έδειξε το κρεβάτι τους.
Κι η γυναίκα ανέβηκε, σαν έτοιμη για θυσία.
Κι ο άντρας είπε: διψώ. Κι εκείνη σήκωσε σαν πηγή τον μαστό της.
Κι ο άντρας την άγγιξε. Κι η γυναίκα επληρώθη.
Κι η γυναίκα ακούμπησε ταπεινά το κεφάλι της στα πλευρά του.
Και κείνος κοίταζε πέρα, πολύ μακριά.
Κι ο άντρας είπε: θα ΄θελα να ΄μαι θεός.
Κι η γυναίκα είπε: θα γεννήσω σε λίγο.
Κι η γυναίκα αποκοιμήθηκε.
Κι ο άντρας αποκοιμήθηκε.
Και μια μέρα καινούργια ξημέρωσε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)